Archive for January, 2008
Αχ, Θεσσαλονίκη…
Είπα κι εγώ ο άνθρωπος να πάρω την άδειά μου και να πάω μια βόλτα στη Θεσσαλονίκη… Είναι πραγματικά φανταστική αυτή η έλξη της σε ανθρώπους που την έχουν ζήσει τελικα. Είναι ένας διαφορετικός κόσμος, με τα καλά του, τα άσχημά του κι ότι μπορείς να χρειαστείς ανα πάσα στιγμή… Η θάλασσα, το βουνό, η πόλη, το χωριό. Είναι όλα εδώ…
Είναι εκείνη η αίσθηση της πατρίδας. Ανήκεις κάπου σε αυτή την πόλη. Είσαι παντού και πουθενά. Οι περισσότεροι άνθρωποι που ζουν στην Θεσσαλονίκη δεν την εκτιμούν αρκετά όσο ζουν σε αυτή. Και αυτό μπορώ πλέον να το πω με σιγουριά, μιας και εδώ και 4 μήνες ζω μακριά της. Το ξέρω ότι είναι λίγο αλλά και πάλι αρκετό ώστε να την αγαπήσεις ακόμα περισσότερο.
Ναι, η αλήθεια είναι ότι στην Αθήνα όλα είναι πιο γρήγορα -άλλωστε κυριολεκτικά όλα τα λεφτά είναι εδώ- αλλά δυστυχώς για την τελευταία δεν θα μπορέσει ποτέ να πάρει τη θέση που έχει η Θεσσαλονίκη στην καρδιά μου. Απλούστεροι ρυθμοί, μικρότερες αποστάσεις, όλα είναι κοντά, μπορείς να την περπατήσεις ολόκληρη και χαίρεσαι να το κάνεις. Είναι από τα βασικότερα πράγματα που μου αρέσει να κάνω όταν είμαι “μέσα” της. Σταματάς να σκέφτεσαι και απλά απολαμβάνεις αυτό που τόσο δύσκολα βρίσκεις οπουδήποτε αλλού. Οι άνθρωποί της είναι χαλαροί (με ΟΛΗ την έννοια της λέξεως) και προφανώς αυτό είναι που κάνει εντύπωση σε ανθρώπους που γνωρίζω στην Αθήνα. Παραείμαι χαλαρός και ήρεμος σε σχέση με ότι έχουν συνηθίσει να βλέπουν γύρω τους.
Εύχομαι πραγματικά ποτέ η Θεσσαλονίκη μας να μη γίνει τόσο απρόσωπη όσο δυστυχώς έχει γίνει η Αθήνα. Τις προάλλες μπήκα στο τρόλλεϋ πηγαίνοντας στη δουλειά μου και όπου κι αν κοίταξα γύρω μου έβλεπα μουντά, σκυθρωπά πρόσωπα, σχεδόν φοβισμένα μη τυχόν έχουν μια υποτυπώδη κοινωνική επαφή με οποιονδήποτε γύρω τους. Κάθησα σε μία ελεύθερη θέση και άρχισα να βλέπω την Αθήνα λουσμένη στο φως ανάμεσα στα τσιμέντα που την περικυκλώνουν. Σε μια από τις στάσεις απ’όπου περάσαμε, μια κυρία -όχι Ελληνίδα και αυτό ήταν που τη διαφοροποιούσε από τους πάντες ίσως γύρω μου- καλοντυμένη, ψάχνοντας να βρει ένα πρόσωπο που δεν προσπαθούσε να αποφύγει το βλέμμα της (ή τουλάχιστον αυτή ήταν η εντύπωση που έδινε), άρχισε να έρχεται προς το μέρος μου όπου η θέση δίπλα μου ήταν άδεια. Όταν είδα ότι χρειάζεται κάπου να καθήσει, μαζεύτηκα στην θέση μου καλύτερα και της χαμογέλασα, δείχνοντάς της ότι τελικά ίσως υπήρχε και κάποιος άνθρωπος σε αυτό το τρόλλεϋ που δεν κρύβεται πίσω από τα μαύρα του γυαλιά. Η έκπληξή μου ήρθε μόλις η καλοντυμένη κυρία έκατσε δίπλα μου και η πρώτη της ερώτηση ήταν:
“Υποθέτω ότι είστε από τη Θεσσαλονίκη, έτσι;”
Όπως κάθε λογικός άνθρωπος, ρώτησα κι εγώ πως μπόρεσε να υποθέσει κάτι τέτοιο τόσο απλά και γρήγορα. Τι είναι τελικά; οι Θεσσαλονικείς έχουμε κάτι ΤΟΣΟ διαφορετικό πια; Κι όμως, έχουμε. Η απάντησή της ήταν απλή και λιτή:
“Είναι το χαμόγελό σας. Μόνο ένας άνθρωπος από τη Θεσσαλονίκη μπορεί και χαμογελά τόσο ελεύθερα και άνετα”
Και έχει δίκιο. Όλοι μας έχουμε τα προβλήματά μας, τις κακές μας ακόμα και τα νεύρα μας, αλλά μόνο ένας άνθρωπος με την κουλτούρα της Θεσσαλονίκης μπορεί να χαμογελάσει σε έναν απολύτως άγνωστο σε ένα κατά τα άλλα “εχθρικό” περιβάλλον ή, για να μην υπερβάλλω, σε μια τόσο απρόσωπη πόλη.
Σήμερα απλά ξεκίνησα να γράφω… Έκατσα παρέα με τις αναμνήσεις μου από τη Θεσσαλονίκη και οι λέξεις άρχισαν να βγαίνουν τόσο απλά, τόσο φυσικά που πραγματικά δεν θυμάμαι ότι έχω γράψει. Την ώρα που διαβάζει οποιοσδήποτε αυτό, το διαβάζω κι εγώ. Το ξαναζώ από την αρχή μιας και είναι λόγια χωρίς σκέψη, χωρίς καμμιά εσωτερική λογοκρισία, χωρίς φανταχτερές λέξεις για να τραβήξουν την προσοχή κανενός. Είναι η αγάπη ενός “βόρειου” για τη νύφη του βορρά μας, που για να με κάνει να γυρίσω κοντά της χρειάζεται κάτι λιγότερο από ψίθυρο. Λιγότερο από άχνα.
Μου λείπεις… Αλήθεια μου λείπεις, περισσότερο απ’όσο μπορείς να φανταστείς (Το ξέρεις ότι σου το φωνάζω τώρα, έτσι δεν είναι; Νομίζω πως πάντα το ξέρεις!)…
Θα κλείσω εδώ. Κάθε φορά που ξεκινάω δεν θέλω να σταματήσω, αλλά δεν θέλω να κουράσω κανέναν με τις ανιαρές μου κουβέντες, τις σκέψεις μου που τόσο σπάνια πλέον μπορώ και μοιράζομαι. Τουλάχιστον τα είπα… Η υπόλοιπη εξομολόγησή μου δεν ξέρω πότε θα έρθει. Μπορεί ποτέ. Αλλά μέχρι τότε θα είσαι στην καρδιά μου. Κι εσύ Θεσσαλονίκη μου και εσύ ο φίλος, ο γνωστός μου, ο έρωτάς μου, το μίσος μου, ο άγνωστός μου, εσύ που έφτασες να διαβάζεις τις τελευταίες μου αυτές λέξεις…
Καληνύχτα…
2 comments


